Sign up with your email address to be the first to know about new products, VIP offers, blog features & more.
[mc4wp_form id="4890"]
Zapisz Zapisz
↑Σε είδα να πηγαίνεις στην δουλειά σου κρατώντας έναν καφέ στο χέρι και να γελάς μόνος σου ακούγοντας τον αγαπημένο σου σταθμό.
↑Σε είδα να λες ευχαριστώ και συγγνώμη στο τέλος της δουλειάς σου.
↓Σε είδα να κάνεις ένα τσιγάρο γεμάτη προβληματισμούς, να το αφήνεις στη μέση γιατί δεν προλαβαίνεις και να φοράς το χαμόγελο της συγκατάβασης βουτώντας ξανά στα βαθιά
↑ Σε είδα ξαπλωμένο στον δρόμο, βρώμικο αλλά επαρκή, μιας και το μόνο που ήθελες είναι να απολαύσεις τον ήλιο.
↑Σε είδα να κουνάς το λευκό σου μπαστούνι στις ειδικές ράγες του πεζοδρομίου, απολαμβάνοντας την απογευματινή σου βόλτα.
↓Σε είδα να μιλάς για την δουλειά σου με απέχθεια. Να περιμένεις πότε θα έρθει η Παρασκευή. Δεν αξίζει.
↑Σε είδα να παίρνεις τους φίλους σου Σάββατο πρωί, να κάθεσαι στο γρασίδι και να ακούς δίσκους από το πικ-απ σου. Πόλη του εξωτερικού; Όχι! Παραλία Θεσσαλονίκης!
↑Σε είδα να χαμογελάς αμήχανα, ανίκανος να προσπεράσεις τον ηλικιωμένο μπροστά σου που σου έκλεινε το δρόμο.
↑Σε είδα να μιλάς για τα προβλήματα σου, χαμογελώντας που πλέον είσαι χαλαρός να το κάνεις.
↑Σε είδα να κοιμάσαι στο αστικό και σε ζήλεψα που δεν έχω αυτήν την “πολυτέλεια”.
↓Σε είδα να προσβάλλεις ηλικιωμένους μπροστά στο παιδί σου όταν ζήτησαν μια θέση στο λεωφορείο..
↑ Σε είδα να παθιάζεσαι ένα παιχνίδι, βλέποντας μια ταινία, καθαρίζοντας έναν λεκέ, φτιάχνοντας ένα φαγητό. Το πάθος αξίζει στις μικρές στιγμές.
↑Σε είδα να τρως παγωτό τον χειμώνα και να πίνεις ζεστό καφέ το καλοκαιρινό πρωινό. Αντιθέσεις απαραίτητες.
↓Σε είδα και σε γνώρισα μέσα στο πλήθος να περπατάς σκεπτικός και να σμίγεις τα φρύδια. Δεν σε διέκοψα. το χρειαζόσουν.
↑ Σε είδα να χρησιμοποιείς(έστω και αποτυχημένα) το χιούμορ για να καλύψεις την αμηχανία σου.
↑Είδα να γνωρίζεις καινούργιους ανθρώπους και να ενθουσιάζεσαι με την ομορφιά και την δύναμη των ανθρώπινων σχέσεων.
↑Σε είδα να βρίσκεις μικρά, διασκεδαστικά πράγματα για να κάνεις την καθημερινότητα σου υποφερτή.
↓Είδα να σε υποτιμούν εμμέσως και να τους πιστεύεις, μην έχοντας τρόπους και άμυνες να πείσεις απλά εσένα.
↑Σε είδα να κάνεις ένα μεγάλο βήμα με τους ψυχαναγκασμούς σου χαϊδεύοντας τον σκύλο της παρέας.
↓Σε είδα νευρικό, να φοβάσαι να μιλήσεις ενώ ξέρω ότι έχεις άποψη. Η θέση βουλώνει στόματα; Έχεις φωνή. Μίλα!
↑Σε είδα να παίρνεις ικανοποίηση όταν η ευγένεια σου εκτιμήθηκε.
↓Σε είδα να βρίσκεις ευκαιρία να επιβάλεις την θιγμένη από χρόνια ανωτερότητα σου σε αδύναμους που δεν τολμούν καν να σε κοιτάξουν στα μάτια.
↑Σε είδα να παίρνεις το βιβλίο σου και έναν καφέ στο χέρι και να πηγαίνεις θάλασσα. Ξεπέρασε το αμήχανο βλέμμα των άλλων, βούτηξε στο βιβλίο!
↑Σε είδα να ανταλλάσσεις μια βραδιά εξόδου, με μια βραδιά με πυτζάμες, επιτραπέζια, φίλους στο σπίτι και πίτσα.
↑Σε είδα να ψάχνεις να βρεις τα καλά και τα άσχημα. Και τα καλά να είναι πιο πολλά ενώ νόμιζες το αντίθετο.
↑ Σε είδα να γεμίζεις με σχέδια το μπλοκ ζωγραφικής σου περιμένοντας το λεωφορείο να έρθει.
↓Σε είδα να χάνεις την τελευταία ελπίδα που κρατούσες ότι οι άνθρωποι αλλάζουν.

Οι εφτά νάνοι στο s/s Cyrenia

Ἑφτά. Σέ παίρνει ἀριστερά, μήν τό ζορίζεις.
Μάτσο χωρᾶνε σέ μία κούφιαν ἀπαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
Ὁ πιό μικρός ἀχολογάει μ᾿ ἕνα καλάμι.

Γυαλίζει ὁ Σήμ τῆς μηχανῆς τά δύο ποδάρια.
Ὁ Ρέκ λαδώνει στήν ἀνάγκη τό τιμόνι.
Μ᾿ ἕνα φτερό ξορκίζει ὁ Γκόμπι τή μαλάρια
κι ὁ στραβοκάνης ὁ Χαράμ πίττες ζυμώνει.

Ἀπ᾿ τό ποδόσταμο πηδᾶν ὡς τή γαλέτα.
-Μπορῶ ποτέ νά σοῦ χαλάσω τό χατίρι;
Κόρη ξανθή καί γαλανή πού ὅλο ἐμελέτα
ποιός ρήγα γιός θέ νά τήν πιεῖ σ᾿ ἕνα ποτήρι.

Ραμάν ἀλλήθωρε, τρελέ, πού λύνεις μάγια,
κατάφερε τό σταυρωτό τοῦ Νότου ἀστέρι
σωρός νά πέσει, νά σκορπίσει στά σπιράγια
καί πές του κάτω ἀπό ἕνα δέντρο νά μέ φέρει.

Ὁ Τότ, τοῦ λείπει τό ἕνα χέρι μά ὅλο γνέθει,
τοῦτο τό ἀπίθανο σινάφι νά βρακώσει.
Ἐσθήρ, ποιά βιβλική σκορπᾶς περνώντας μέθη;
Ρούθ, δέ μιλᾶς; Γιατί τρεκλίζουμε οἱ διακόσιοι;

Κουφός ὁ Σάλαχ, τό κατάστρωμα σαρώνει.
-Μ᾿ ἕνα ξυστρί καθάρισέ με ἀπ᾿ τή μοράβια.
Μά εἶν᾿ ἕνα κάτι πιό βαθύ πού μέ λερώνει.
-Γιέ μου, ποῦ πᾶς; -Μάνα, θά πάω μέ τά καράβια.

Κι ἔτσι μαζί μέ τούς ἑφτά κατηφορᾶμε.
Μέ τή βροχή, μέ τόν καιρό πού μᾶς ὁρίζει.
Τά μάτια σου ζοῦνε μία θάλασσα, θυμᾶμαι …
Ὁ πιό στερνός μ᾿ ἕναν αὐλό μέ νανουρίζει.

Colombo 1951