Sign up with your email address to be the first to know about new products, VIP offers, blog features & more.
[mc4wp_form id="4890"]
Zapisz Zapisz
↓ Σε είδα να περπατάς σαν χαμένος μέσα στην ίδια σου την πόλη.
↑Σε είδα να χαμογελάς με την “καλημέρα” και το “ευχαριστώ” ενός ξένου που του έδωσες την σειρά σου στο supermarket.
↑Σε είδα να μιλάς για τα προβλήματα σου, χαμογελώντας που πλέον είσαι χαλαρός να το κάνεις.
↑ Σε είδα να σηκώνεσαι αθόρυβα για να μην ξυπνήσεις τους επισκέπτες σου.
↑Σε είδα να βρίσκεις μικρά, διασκεδαστικά πράγματα για να κάνεις την καθημερινότητα σου υποφερτή.
↑Σε είδα να κοιμάσαι στο αστικό και σε ζήλεψα που δεν έχω αυτήν την “πολυτέλεια”.
↑Σε είδα να ψάχνεις να βρεις τα καλά και τα άσχημα. Και τα καλά να είναι πιο πολλά ενώ νόμιζες το αντίθετο.
↑Σε είδα να τρως παγωτό τον χειμώνα και να πίνεις ζεστό καφέ το καλοκαιρινό πρωινό. Αντιθέσεις απαραίτητες.
↑Σε είδα να κουνάς το λευκό σου μπαστούνι στις ειδικές ράγες του πεζοδρομίου, απολαμβάνοντας την απογευματινή σου βόλτα.
↑Είδα να γνωρίζεις καινούργιους ανθρώπους και να ενθουσιάζεσαι με την ομορφιά και την δύναμη των ανθρώπινων σχέσεων.
↓Σε είδα να μην αντέχεις τη μοναξιά…
↑ Σε είδα να χρησιμοποιείς(έστω και αποτυχημένα) το χιούμορ για να καλύψεις την αμηχανία σου.
↑ Σε είδα να βγάζεις το μπουφάν από το σακίδιο σου και να το φοράς, αλλά να μην φεύγεις δίπλα από την θάλασσα.
↑Σε είδα να παίρνεις το βιβλίο σου και έναν καφέ στο χέρι και να πηγαίνεις θάλασσα. Ξεπέρασε το αμήχανο βλέμμα των άλλων, βούτηξε στο βιβλίο!
↓Σε είδα να κάνεις ένα τσιγάρο γεμάτη προβληματισμούς, να το αφήνεις στη μέση γιατί δεν προλαβαίνεις και να φοράς το χαμόγελο της συγκατάβασης βουτώντας ξανά στα βαθιά
↑Σε είδα να πηγαίνεις στην δουλειά σου κρατώντας έναν καφέ στο χέρι και να γελάς μόνος σου ακούγοντας τον αγαπημένο σου σταθμό.
↓Σε είδα να βρίσκεις ευκαιρία να επιβάλεις την θιγμένη από χρόνια ανωτερότητα σου σε αδύναμους που δεν τολμούν καν να σε κοιτάξουν στα μάτια.
↓Σε είδα να προσβάλλεις ηλικιωμένους μπροστά στο παιδί σου όταν ζήτησαν μια θέση στο λεωφορείο..
↑ Σε είδα να φωτογραφίζεις τα κύματα της θάλασσας πριν σβήσει το καλοκαίρι.
↑ Σε είδα να παθιάζεσαι με ένα παιχνίδι, βλέποντας μια ταινία, καθαρίζοντας έναν λεκέ, φτιάχνοντας ένα φαγητό. Το πάθος αξίζει στις μικρές στιγμές.
↓Σε είδα να χάνεις την τελευταία ελπίδα που κρατούσες ότι οι άνθρωποι αλλάζουν.
↑Σε είδα να κάνεις ένα μεγάλο βήμα με τους ψυχαναγκασμούς σου χαϊδεύοντας τον σκύλο της παρέας.
↓Σε είδα να μιλάς για την δουλειά σου με απέχθεια. Να περιμένεις πότε θα έρθει η Παρασκευή. Δεν αξίζει.
↑ Σε είδα ξαπλωμένο στον δρόμο, βρώμικο αλλά επαρκή, μιας και το μόνο που ήθελες είναι να απολαύσεις τον ήλιο.
↑Σε είδα να παίρνεις ικανοποίηση όταν η ευγένεια σου εκτιμήθηκε.
↓Είδα να σε υποτιμούν εμμέσως και να τους πιστεύεις, μην έχοντας τρόπους και άμυνες να πείσεις απλά εσένα.
↓Σε είδα και σε γνώρισα μέσα στο πλήθος να περπατάς σκεπτικός και να σμίγεις τα φρύδια. Δεν σε διέκοψα. το χρειαζόσουν.
↓Σε είδα να προβληματίζεσαι κοιτώντας το πορτοφόλι σου όταν έβαζες μέσα το εισιτήριο.
↑Σε είδα να παίρνεις τους φίλους σου Σάββατο πρωί, να κάθεσαι στο γρασίδι και να ακούς δίσκους από το πικ-απ σου. Πόλη του εξωτερικού; Όχι! Παραλία Θεσσαλονίκης!
↑Σε είδα να χαμογελάς αμήχανα, ανίκανος να προσπεράσεις τον ηλικιωμένο μπροστά σου που σου έκλεινε το δρόμο.
↑ Σε είδα να γράφεις μια αφιέρωση στο βιβλίο που σε λίγο θα τυλιγόταν με το περιτύλιγμα δώρου.
↑Σε είδα να λες ευχαριστώ και συγγνώμη στο τέλος της δουλειάς σου.
↑Σε είδα να φτιάχνεις ένα κολάζ από εισιτήρια συναυλιών που παρακολουθήσατε μαζί…
↓Σε είδα νευρικό, να φοβάσαι να μιλήσεις ενώ ξέρω ότι έχεις άποψη. Η θέση βουλώνει στόματα; Έχεις φωνή. Μίλα!
↑Σε είδα να ανταλλάσσεις μια βραδιά εξόδου, με μια βραδιά με πυτζάμες, επιτραπέζια, φίλους στο σπίτι και πίτσα.
↓Σε είδα να απογοητεύεσαι όταν διάβασες ένα ακόμα μήνυμα: “Δεν κάνεις για την συγκεκριμένη θέση”.
↑ Σε είδα να δίνεις το πλαστικό σου ποτήρι στο συνεργατικό καφέ της γειτονιάς σου.

Αμοργός – τα χρώματα της ποίησης

Σε ένα φωτογραφικό αφιέρωμα από τις ομορφιές που μας χάρισε η Αμοργός βαδίζουμε στους στίχους του Νίκου Γκάτσου στο ομώνυμο ποίημα του.

 

Με την πατρίδα τους δεμένη στα πανιά και τα κουπιά στον άνεμο κρεμασμένα

Οι ναυαγοί κοιμήθηκαν ήμεροι σαν αγρίμια νεκρά μέσα στων σφουγγαριών τα σεντόνια

Αλλά τα μάτια των φυκιών είναι στραμμένα στη θάλασσα

Μήπως τους ξαναφέρει ο νοτιάς με τα φρεσκοβαμμένα λατίνια

 

Λιμάνι Αιγιάλης

Κι ένας χαμένος ελέφαντας αξίζει πάντοτε πιο πολύ από δυο στήθια κοριτσιού που σαλεύουν

Μόνο ν’  ανάψουνε στα βουνά οι στέγες των ερημοκκλησιών με το μεράκι του αποσπερίτη

Αγία Άννα

Να κυματίσουνε τα πουλιά στης λεμονιάς τα κατάρτια

Με της καινούργιας περπατησιάς το σταθερό άσπρο φύσημα

Και τότε θα  ‘ρθουν αέρηδες σώματα κύκνων που μείνανε άσπιλοι τρυφεροί και ακίνητοι

Μες στους οδοστρωτήρες των μαγαζιών μέσα στων λαχανόκηπων τους κυκλώνες

 

Χώρα της Αμοργού

Όταν τα μάτια των γυναικών γίναν κάρβουνα κι έσπασαν οι καρδιές των καστανάδων

Όταν ο θερισμός εσταμάτησε κι άρχισαν οι ελπίδες των γρύλων

Καλοταρίτισσα

Γι’  αυτό λοιπόν κι εσείς παλληκάρια μου με το κρασί τα φιλιά και τα φύλλα στο στόμα σας

Θέλω να βγείτε γυμνοί στα ποτάμια

Μαλτέζι

Να τραγουδήστε τη Μπαρμπαριά όπως ο ξυλουργός κυνηγάει τους σκίνους

Όπως περνάει η όχεντρα μες απ’ τα περιβόλια των κριθαριών

Με τα περήφανα μάτια της οργισμένα

Κι όπως οι αστραπές αλωνίζουν τα νιάτα.

Βρούτσι

Και μη γελάς και μην κλαις και μη χαίρεσαι

Μη σφίγγεις άδικα τα παπούτσια σου σα να φυτεύεις πλατάνια

Μη γίνεσαι ΠEΠPΩMENON

Γιατί δεν είναι ο σταυραητός ένα κλεισμένο συρτάρι

Χώρα της Αμοργού

Δεν είναι δάκρυ κορομηλιάς ούτε χαμόγελο νούφαρου

Ούτε φανέλα περιστεριού και μαντολίνο Σουλτάνου

Ούτε μεταξωτή φορεσιά για το κεφάλι της φάλαινας.

Είναι πριόνι θαλασσινό που πετσοκόβει τους γλάρους

Γραμβούσα

Είναι προσκέφαλο μαραγκού είναι ρολόι ζητιάνου

Είναι φωτιά σ’ ένα γύφτικο που κοροϊδεύει τις παπαδιές και νανουρίζει τα κρίνα

Είναι των Τούρκων συμπεθεριό των Αυστραλών πανηγύρι

Είναι λημέρι των Ούγγρων

Χώρα της Αμοργού

Που το χινόπωρο οι φουντουκιές πάνε κρυφά κι ανταμώνουνται

Βλέπουν τους φρόνιμους πελαργούς να βάφουν μαύρα τ’  αυγά τους

Και τόνε κλαίνε κι αυτές

Καίνε τα νυχτικά τους και φορούν το μισοφόρι της πάπιας

Αιγιάλη

Στρώνουν αστέρια καταγής για να πατήσουν οι βασιλιάδες

Με τ’ ασημένια τους χαϊμαλιά με την κορώνα και την πορφύρα

Σκορπάνε δεντρολίβανο στις βραγιές

Για να περάσουν οι ποντικοί να πάνε σ’ άλλο κελάρι

Να μπούνε σ’ άλλες εκκλησιές να φαν τις Άγιες Τράπεζες

Αη-Γιάννης

Κι οι κουκουβάγιες παιδιά μου

Οι κουκουβάγιες ουρλιάζουνε

Κι οι πεθαμένες καλογριές σηκώνουνται να χορέψουν

Με ντέφια τούμπανα και βιολιά με πίπιζες και λαγούτα

Με φλάμπουρα και με θυμιατά με βότανα και μαγνάδια

Με της αρκούδας το βρακί στην παγωμένη κοιλάδα

Αιγιάλη

Τρώνε τα μανιτάρια των κουναβιών

Παίζουν κορώνα-γράμματα το δαχτυλίδι τ’ Άη-Γιαννιού και τα φλουριά του Αράπη

Περιγελάνε τις μάγισσες

Κόβουν τα γένια ενός παπά με του Κολοκοτρώνη το γιαταγάνι

Λούζονται μες στην άχνη του λιβανιού

Κι ύστερα ψέλνοντας αργά μπαίνουν ξανά στη γη και σωπαίνουν

Όπως σωπαίνουν τα κύματα όπως ο κούκος τη χαραυγή όπως ο λύχνος το βράδυ.

Αγία Άννα

 

Έτσι σ’ ένα πιθάρι βαθύ το σταφύλι ξεραίνεται και στο καμπαναριό μιας συκιάς κιτρινίζει το μήλο

Έτσι με μια γραβάτα φανταχτερή

Στην τέντα της κληματαριάς το καλοκαίρι ανασαίνει

Κατάπολα

Έτσι κοιμάται ολόγυμνη μέσα στις άσπρες κερασιές μία τρυφερή μου αγάπη

Ένα κορίτσι αμάραντο σα μυγδαλιάς κλωνάρι

Με το κεφάλι στον αγκώνα της γερτό και την παλάμη πάνω στο φλουρί της

Πάνω στην πρωινή του θαλπωρή όταν σιγά σιγά σαν τον κλέφτη

Από το παραθύρι της άνοιξης μπαίνει ο αυγερινός να την ξυπνήσει!

Βρούτσι

Λένε πως τρέμουν τα βουνά και πως θυμώνουν τα έλατα

Όταν η νύχτα ροκανάει τις πρόκες των κεραμιδιών να μπουν οι καλικάντζαροι μέσα

Όταν ρουφάει η κόλαση τον αφρισμένο μόχθο των χειμάρρων

Η όταν η χωρίστρα της πιπεριάς γίνεται του βοριά κλωτσοσκούφι.

Αγία Άννα

Μόνο τα βόδια των Αχαιών μες στα παχιά λιβάδια της Θεσσαλίας

Βόσκουν ακμαία και δυνατά με τον αιώνιο ήλιο που τα κοιτάζει

Τρώνε χορτάρι πράσινο φύλλα της λεύκας σέλινα πίνουνε καθαρό νερό μες στ’ αυλάκια

Μυρίζουν τον ιδρώτα της γης κι ύστερα πέφτουνε βαριά κάτω απ’ τον ίσκιο της ιτιάς να κοιμηθούνε.

Μαλτέζι

Πετάτε τους νεκρούς είπ’  ο Ηράκλειτος κι είδε τον ουρανό να χλομιάζει

Κι είδε στη λάσπη δυο μικρά κυκλάμινα να φιλιούνται

Κι έπεσε να φιλήσει κι αυτός το πεθαμένο σώμα του μες στο φιλόξενο χώμα

Όπως ο λύκος κατεβαίνει απ’ τους δρυμούς να δει το ψόφιο σκυλί και να κλάψει.

Αη-Γιάννης

Τι να μου κάμει η σταλαγματιά που λάμπει στο μέτωπό σου;

Το ξέρω πάνω στα χείλια σου έγραψε ο κεραυνός τ’ όνομά του

Το ξέρω μέσα στα μάτια σου έχτισε ένας αητός τη φωλιά του

Μα εδώ στην όχτη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει

Μοναστήρι Παναγίας της Χοζοβιώτισσας

Μόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις

Πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει

Και να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου

Άνθη πουλιά ελάφια

Να βρεις μίαν άλλη θάλασσα μίαν άλλη απαλοσύνη

Μοναστήρι Παναγίας της Χοζοβιώτισσας

Να πιάσεις από τα λουριά του Αχιλλέα τ’ άλογα

Αντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις

Γραμβούσα

Τον ποταμό να λιθοβολείς όπως η μάνα του Κίτσου.

Γιατί κι εσύ θα  χεις χαθεί κι η ομορφιά σου θα  χει γεράσει.

Χώρα Αμοργού

Μέσα στους κλώνους μιας λυγαριάς βλέπω το παιδικό σου πουκάμισο να στεγνώνει

Παρ  το σημαία της ζωής να σαβανώσεις το θάνατο

Κι ας μη λυγίσει η καρδιά σου

Κι ας μην κυλήσει το δάκρυ σου πάνω στην αδυσώπητη τούτη γη

Όπως εκύλησε μια φορά στην παγωμένη ερημιά το δάκρυ του πιγκουίνου

Δεν ωφελεί το παράπονο

Βρούτσι

Ίδια παντού θα  ναι η ζωή με το σουραύλι των φιδιών στη χώρα των φαντασμάτων

Με το τραγούδι των ληστών στα δάση των αρωμάτων

Με το μαχαίρι ενός καημού στα μάγουλα της ελπίδας

Με το μαράζι μιας άνοιξης στα φυλλοκάρδια του γκιώνη

Αγία Άννα

Φτάνει ένα αλέτρι να βρεθεί κι ένα δρεπάνι κοφτερό σ’ ένα χαρούμενο χέρι

Φτάνει ν’ ανθίσει μόνο

Λίγο στάρι για τις γιορτές λίγο κρασί για τη θύμηση λίγο νερό για τη σκόνη…

Καλοταρίτισσα

Στου πικραμένου την αυλή ήλιος δεν ανατέλλει

Μόνο σκουλήκια βγαίνουνε να κοροϊδέψουν τ’ άστρα

Μόνο φυτρώνουν άλογα στις μυρμηγκοφωλιές

Και νυχτερίδες τρων πουλιά και κατουράνε σπέρμα.

Χώρα της Αμοργού

Στου πικραμένου την αυλή δε βασιλεύει η νύχτα

Μόνο ξερνάν οι φυλλωσιές ένα ποτάμι δάκρυα

Όταν περνάει ο διάβολος να καβαλήσει τα σκυλιά

Και τα κοράκια κολυμπάν σ’ ένα πηγάδι μ’ αίμα.

Αγία Άννα

Στου πικραμένου την αυλή το μάτι έχει στερέψει

Έχει παγώσει το μυαλό κι έχει η καρδιά πετρώσει

Κρέμονται σάρκες βατραχιών στα δόντια της αράχνης

Σκούζουν ακρίδες νηστικές σε βρυκολάκων πόδια.

Κατάπολα

 

Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο

Μόνο ένα βράδυ του Μαγιού πέρασε ένας αγέρας

Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου

Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Παραλία του Μούρου

 

Κι αν θα διψάσεις για νερό θα στύψουμε ένα σύννεφο

Κι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι

Μόνο καρτέρει μία στιγμή ν’ ανοίξει ο πικραπήγανος

N’ αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.

Αη-Γιάννης

Μα είταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη

Είταν του Μάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα

Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου

Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Παραλία του Μούρου

Ξύπνησε γάργαρο νερό από τη ρίζα του πεύκου να βρεις τα μάτια των σπουργιτιών και να τα ζωντανέψεις ποτίζοντας το χώμα με μυρωδιά βασιλικού και με σφυρίγματα σαύρας.

Το ξέρω είσαι μία φλέβα γυμνή κάτω από το φοβερό βλέμμα του ανέμου είσαι μία σπίθα βουβή μέσα στο λαμπερό πλήθος των άστρων.

Κατάπολα

Δε σε προσέχει κανείς κανείς δε σταματά ν’ ακούσει την ανάσα σου μα συ με το βαρύ σου περπάτημα μες στην αγέρωχη φύση θα φτάσεις μία μέρα στα φύλλα της βερυκοκιάς θ’ ανέβεις στα λυγερά κορμιά των μικρών σπάρτων και θα κυλήσεις από τα μάτια μιας αγαπητικιάς σαν εφηβικό φεγγάρι.

Χώρα της Αμοργού

Υπάρχει μία πέτρα αθάνατη που κάποτε περαστικός ένας ανθρώπινος άγγελος έγραψε τ’ όνομά του επάνω της κι ένα τραγούδι που δεν το ξέρει ακόμα κανείς ούτε τα πιο τρελά παιδιά ούτε τα πιο σοφά τ’ αηδόνια.

Αιγιάλη

Είναι κλεισμένη τώρα σε μια σπηλιά του βουνού Ντέβι μέσα στις λαγκαδιές και στα φαράγγια της πατρικής μου γης μα όταν ανοίξει κάποτε και τιναχτεί ενάντια στη φθορά και στο χρόνο αυτό το αγγελικό τραγούδι θα πάψει ξαφνικά η βροχή και θα στεγνώσουν οι λάσπες τα χιόνια θα λιώσουν στα βουνά θα κελαηδήσει ο άνεμος τα χελιδόνια θ’ αναστηθούν οι λυγαριές θα ριγήσουν κι οι άνθρωποι με τα κρύα μάτια και τα χλωμά πρόσωπα όταν ακούσουν τις καμπάνες να χτυπάν μέσα στα ραγισμένα καμπαναριά μοναχές τους θα βρουν καπέλα γιορτινά να φορέσουν και φιόγκους φανταχτερούς να δέσουν στα παπούτσια τους.

Παραλία του Μούρου

Γιατί τότε κανείς δε θ’ αστιεύεται πια το αίμα των ρυακιών θα ξεχειλίσει τα ζώα θα κόψουν τα χαλινάρια τους στα παχνιά το χόρτο θα πρασινίσει στους στάβλους στα κεραμίδια θα πεταχτούν ολόχλωρες παπαρούνες και μάηδες και σ’ όλα τα σταυροδρόμια θ’ ανάψουν κόκκινες φωτιές τα μεσάνυχτα.

Αιγιάλη

Τότε θα  ‘ρθούν σιγά-σιγά τα φοβισμένα κορίτσια για να πετάξουν το τελευταίο τους ρούχο στη φωτιά κι ολόγυμνα θα χορέψουν τριγύρω της όπως την εποχή ακριβώς που είμασταν κι εμείς νέοι κι άνοιγε ένα παράθυρο την αυγή για να φυτρώσει στο στήθος τους ένα φλογάτο γαρύφαλο.

Αγία Άννα

Παιδιά ίσως η μνήμη των προγόνων να είναι βαθύτερη παρηγοριά και πιο πολύτιμη συντροφιά από μία χούφτα ροδόσταμο και το μεθύσι της ομορφιάς τίποτε διαφορετικό από την κοιμισμένη τριανταφυλλιά του Ευρώτα.

Χώρα Αμοργού

Καληνύχτα λοιπόν βλέπω σωρούς πεφτάστερα να σας λικνίζουν τα όνειρα

μα εγώ κρατώ στα δάχτυλά μου τη μουσική για μία καλύτερη μέρα.

Οι ταξιδιώτες των Ινδιών ξέρουνε περισσότερα να σας πουν απ’ τους Βυζαντινούς χρονογράφους.

Θολάρια

O άνθρωπος κατά τον ρουν της μυστηριώδους ζωής του

Κατέλιπεν εις τους απογόνους του δείγματα πολλαπλά και αντάξια της αθανάτου καταγωγής του

Άγιος Παύλος

Όπως επίσης κατέλιπεν ίχνη των ερειπίων του λυκαυγούς χιονοστιβάδας ουρανίων ερπετών χαρταετούς αδάμαντας και βλέμματα υακίνθων

Εν μέσω αναστεναγμών δακρύων πείνης οιμωγών και τέφρας υπογείων φρεάτων.

Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω

Εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας

Και με τη χαίτη του φεγγαριού σ’ αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους

Θολάρια

Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι

Μαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.

Θολάρια

 

Ένα καράβι μπαίνει στο γιαλό ένα μαγγανοπήγαδο σκουριασμένο βογγάει

Μια τούφα γαλανός καπνός μες στο τριανταφυλλί του ορίζοντα

Αιγιάλη

Ίδιος με τη φτερούγα του γερανού που σπαράζει

Στρατιές χελιδονιών περιμένουνε να πουν στους αντρειωμένους το καλωσόρισες

Μπράτσα σηκώνουνται γυμνά με χαραγμένες άγκυρες στη μασχάλη

Βρούτσι

Μπερδεύουνται κραυγές παιδιών με το κελάδημα του πουνέντε

Μέλισσες μπαινοβγαίνουνε μες στα ρουθούνια των αγελάδων

Μαντήλια καλαματιανά κυματίζουνε

Και μία καμπάνα μακρινή βάφει τον ουρανό με λουλάκι

Θολάρια

Σαν τη φωνή κάποιου σήμαντρου που ταξιδεύει μέσα στ’ αστέρια

Τόσους αιώνες φευγάτο

Από των Γότθων την ψυχή κι από τους τρούλους της Βαλτιμόρης

Αη-Γιάννης

Κι απ’ τη χαμένη Αγιά-Σοφιά το μέγα μοναστήρι.

Μα πάνω στ’ αψηλά βουνά ποιοί να  ναι αυτοί που κοιτάνε

Με την ακύμαντη ματιά και το γαλήνιο πρόσωπο;

Ποιάς πυρκαγιάς να  ναι αντίλαλος αυτός ο κουρνιαχτός στον αγέρα;

Μήνα ο Καλύβας πολεμάει μήνα ο Λεβεντογιάννης;

Μήπως αμάχη επιάσανεν οι Γερμανοί με τους Μανιάτες;

Ουδ’  Καλύβας πολεμάει κι ουδ’ ο Λεβεντογιάννης

Ούτε κι αμάχη επιάσανεν οι Γερμανοί με τους Μανιάτες.

Πύργοι φυλάνε σιωπηλοί μία στοιχειωμένη πριγκίπισσα

Χώρα της Αμοργού

Κορφές κυπαρισσιών συντροφεύουνε μία πεθαμένη ανεμώνη

Τσοπαναρέοι ατάραχοι μ’ ένα καλάμι φλαμουριάς λένε το πρωινό τους τραγούδι

Ένας ανόητος κυνηγός ρίχνει μία ντουφεκιά στα τρυγόνια

Κι ένας παλιός ανεμόμυλος λησμονημένος απ’ όλους

Με μία βελόνα δελφινιού ράβει τα σάπια του πανιά μοναχός του

Και κατεβαίνει απ’ τις πλαγιές με τον καράγιαλη πρίμα

Όπως κατέβαινε ο Άδωνις στα μονοπάτια του Χελμού να πει μία καλησπέρα της Γκόλφως.

 

Χρόνια και χρόνια πάλεψα με το μελάνι και το σφυρί βασανισμένη καρδιά μου

Παραλία του Μούρου

Με το χρυσάφι και τη φωτιά για να σου κάμω ένα κέντημα

Ένα ζουμπούλι πορτοκαλιάς

Μίαν ανθισμένη κυδωνιά να σε παρηγορήσω

Χώρα της Αμόργου

Εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας

Και με τη χαίτη του φεγγαριού σ’ αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους

Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι

Μαύρη μεγάλη μοναξιά με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.

Εν πλω…

Φωτογραφίες: Χρύσα Προβιτσάκη

Ποίημα: Νίκος Γκάτσος- Αμοργός, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1997